
Με το νόμο 5271/2026 εισάγεται για πρώτη φορά ένα συνεκτικό και αυτοτελές πλαίσιο νομικής προστασίας των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων. Ο νομοθέτης απομακρύνεται από την έμμεση προστασία της τέχνης μέσω συναφών ποινικών αδικημάτων και την αναγνωρίζει ως ξεχωριστό έννομο αγαθό, το οποίο απαιτεί εξειδικευμένη νομική θωράκιση.
Μέχρι πρότινος τα έργα τέχνης δεν προστατευόταν μεμονωμένα σε κάποιο νομοθέτημα αλλά επιδιωκόταν η προστασία τους μέσω των αδικημάτων της απάτης (386 ΠΚ) και της πλαστογραφίας (216 ΠΚ) του Ποινικού Κώδικα. Τα αδικήματα αυτά, προϋπέθεταν τετελεσμένη οικονομική ανταλλαγή, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η τέχνη τυγχάνει νομικής προστασίας αποκλειστικά όταν λειτουργεί ως μέσο απόκτησης παράνομου οφέλους, δημιουργώντας συχνά κενά ατιμωρησίας, λόγω έλλειψης περιουσιακής ζημίας ή αοριστίας της έννοιας της «παραπλάνησης».
Στο νέο νομοθετικό πλαίσιο προσδιορίζονται με σαφήνεια τα στοιχεία που συγκροτούν το αδίκημα. Τα στοιχεία αυτά συγκροτούν τα χαρακτηριστικά που καθιστούν ένα έργο τέχνης μοναδικό, ήτοι την ταυτότητα του δημιουργού, τη φύση, την προέλευση, τη χρονολόγηση και τη σύνθεσή του. Σημειωτέον στην έννοια των έργων τέχνης υπάγονται ρητά κατά το άρθρο 3 του Ν.5271/2026 και οι σύγχρονες μορφές τέχνης που παράγονται με τη χρήση τεχνολογικών και ψηφιακών μέσων, υπό την προϋπόθεση ότι φέρουν τα αναγκαία χαρακτηριστικά αυθεντικότητας, ταυτότητας δημιουργού και δυνατότητας πιστοποίησης, όπως τα έργα που συνδέονται με ψηφιακά πιστοποιητικά τέχνης NFT. Ταυτόχρονα, επεκτάθηκε το φάσμα των αξιόποινων πράξεων καθώς βάσει του άρθρου 4 του Ν.5271/2026, τιμωρείται όχι μόνο η παραποίηση ενός έργου τέχνης αλλά και κάθε πράξη κατασκευής, έκθεσης, διακίνησης, διάθεσης, μεταβίβασης, κατοχής ή αποδοχή κατοχής, έργου τέχνης ή συλλεκτικού αντικειμένου που αποτελεί προϊόν παραπλάνησης, με οποιονδήποτε τρόπο. Έτσι αναδεικνύεται η ενισχυμένη ποινική προστασία της τέχνης μέσω της ποινικοποίησης κάθε μορφής χρήσης νοθευμένου προϊόντος τέχνης, ως και η απλή εν αγνοία κτήση του.
Κεντρικός πυρήνας του Ν. 5271/2026 αποτελεί η προστασία της αγοράς. Τούτο διαφαίνεται πρωτίστως στο άρθρο 7 του Νόμου, με το οποίο συστήνεται το Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, μια ξεχωριστή οντότητα υπαγόμενη στο Υπουργείο Πολιτισμού με αντικείμενο την πιστοποίηση της γνησιότητας των έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων. Το Μ.Ο.Π. θα συγκροτείται από διαπιστευμένους πτυχιούχους στους τομείς της Ιστορίας της Τέχνης ή της Συντήρησης Έργων Τέχνης με τουλάχιστον δεκαετή εμπειρία στον εκάστοτε τομέα εφόσον επιτύχουν στις εξετάσεις του Υπουργείου Πολιτισμού. Το Μητρώο θα είναι ψηφιακά προσβάσιμο στο κοινό καθώς θα αποτελεί τμήμα του επίσης νεοσυσταθέντος Αυτοτελούς Τμήματος Έργων Τέχνης, το οποίο υπάγεται στη Γενική Διεύθυνση Σύγχρονου Πολιτισμού.
Περαιτέρω, στο άρθρο 5 του Ν. 5271/2026 προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ως ποινική κύρωση η καταστροφή του πλαστού έργου τέχνης ενώπιον Τριμελούς Επιτροπής ακόμα και όταν αθωωθεί ο κατηγορούμενος ή παύσει η ποινική δίωξη του υπόπτου. Προ της καταστροφής, προηγείται η ψηφιακή καταγραφή και αποθήκευση του έργου σε σχετικό αρχείο.
Με το άρθρο 4 του Ν. 5271/2026, καθιερώνεται ένα αυστηρότερο και εξειδικευμένο πλαίσιο ποινικής αντιμετώπισης της παραχάραξης των έργων τέχνης, σε σύγκριση με το προϊσχύον καθεστώς. Στο προϋφιστάμενο πλαίσιο, τα αδικήματα της απάτης και της πλαστογραφίας που συμπλήρωναν το έλλειμα, εμφάνιζαν ομοιόμορφη κλιμάκωση ποινών, από φυλάκιση στην βασική μορφή του αδικήματος έως κάθειρξη δέκα ετών και χρηματικές ποινές, σε περιπτώσεις με αντικείμενο μεγάλης αξίας ή πρόκληση βλάβης του Δημοσίου.
Αντιθέτως, ο νέος νόμος καθορίζει για τον βασικό τύπο της κατασκευής και διακίνησης ενός έργου τέχνης την ιδία ποινή φυλάκισης με τα παραπάνω οριοθετώντας ωστόσο την χρηματική ποινή σε τουλάχιστον 5.000 ευρώ, εισάγοντας έτσι αυστηρότερη ελάχιστη κύρωση σε σχέση με τα προγενέστερα αδικήματα. Ενώ στις επιβαρυντικές περιστάσεις προβλέπεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή από 10.000 έως 300.000 ευρώ, ιδίως όταν η πράξη τελείται κατ’ επάγγελμα, σε εμπορική κλίμακα ή στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, ή αφορά αντικείμενα μεγάλης αξίας.
Επιπλέον, προβλέπεται παρεπόμενη ποινή, αφορώσα στον δράστη που δραστηριοποιείται στον χώρο των έργων τέχνης ο οποίος απειλείται με απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος για χρονικό διάστημα το οποίο κυμαίνεται από 3 μήνες έως 5 έτη. Συνδυαστικά εισήχθη το νέο άρθρο 378Α ΠΚ το οποίο ρυθμίζει ως αυτοτελές αδίκημα τη φθορά έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων διακρίνοντάς το από το παλαιό γενικό άρθρο της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (378 ΠΚ) με επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως φθορά πράγματων κοινής ωφέλειας ή μνημείων.
Συνολικά, το υπό ανάλυση νομοθέτημα θεσπίζει ένα ενισχυμένο πλέγμα προστασίας της τέχνης ως εννόμου αγαθού, ανάγει την προσβολή της σε αυτοτελές αδίκημα, προβλέπει ειδικές επιβαρυντικές περιστάσεις, ορίζει αρμόδια όργανα προάσπισης και εισάγει μέτρα θωράκισης της αγοράς τέχνης, αναδεικνύοντας την ως θεμελιώδη πυλώνα της πολιτιστικής κληρονομιάς.

