Το κύμα των μη αποζημιούμενων περικοπών πράσινης ενέργειας (curtailments) στην Ελλάδα αποτελεί ένα από τα πλέον φλέγοντα ζητήματα για τους παραγωγούς ενέργειας από ΑΠΕ.
Το ζήτημα έχει όχι μόνο εθνική αλλά και ευρωπαϊκή νομική διάσταση. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Ιρλανδική υπόθεση C‑36/25 (Energia Group κ.λπ.) ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), η οποία αναδεικνύει κρίσιμα ζητήματα σχετικά με την έκταση της προστασίας που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο στους παραγωγούς ΑΠΕ και τα όρια της εθνικής διακριτικής ευχέρειας.
Οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως του ΔΕΕ, Juliane Kokott, εστιάζουν στην ερμηνεία του άρθρου 13 παρ. 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/943 και τη δυνατότητα των παραγωγών να επικαλούνται τις διατάξεις του για τη διεκδίκηση αποζημίωσης σε περιπτώσεις ανακατανομής ηλεκτροπαραγωγής που δεν βασίζεται στην αγορά (non-market-based redispatching), με εξαίρεση τους παραγωγούς που έχουν αποδεχθεί όρους σύνδεσης χωρίς εγγύηση σταθερής παράδοσης ενέργειας.
Τα τρία κρίσιμα σημεία των προτάσεων:
- Άμεσο Αποτέλεσμα: Το Άρθρο 13 παρ.7 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2019/943 πληροί τις προϋποθέσεις του άμεσου αποτελέσματος. Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγοί μπορούν να το επικαλεστούν απευθείας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
- Όρια των εθνικών περιορισμών: Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν εθνικά μέτρα εφαρμογής, δεν επιτρέπεται, ωστόσο, τα μέτρα αυτά να αντιβαίνουν στα κριτήρια και τις μεθόδους που ορίζει ρητά ο ευρωπαϊκός κανονισμός. Τα εθνικά μέτρα δεν μπορούν να εισάγουν αυθαίρετους περιορισμούς ή να αποκλείουν κατηγορίες έργων από το δικαίωμα αποζημίωσης.
- Υπολογισμός της αποζημίωσης: Η αποζημίωση πρέπει να προσεγγίζει όσο το δυνατόν περισσότερο την οικονομική θέση στην οποία θα βρισκόταν ο παραγωγός χωρίς την περικοπή, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα σχετικά καθαρά έσοδα και, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, την οικονομική στήριξη που θα εισέπραττε.
Οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως δεν αποτελούν δεσμευτική απόφαση του Δικαστηρίου. Η τελική κρίση ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο θα καθορίσει την έκταση στην οποία οι συγκεκριμένες ερμηνευτικές θέσεις θα γίνουν δεκτές.
H υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά ΑΠΕ, καθώς αναδεικνύει την ανάγκη αξιολόγησης του εθνικού πλαισίου περικοπών παραγωγής υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του ενωσιακού δικαίου. Η επίσημη παρέμβαση της Ελλάδας στη διαδικασία καταδεικνύει τη σημασία της διαφοράς και τις δυνητικά ευρύτερες συνέπειές της για την εθνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο επίκεντρο της σχετικής αξιολόγησης βρίσκεται η συμβατότητα του εθνικού πλαισίου λειτουργικών περιορισμών που προβλέπει ο ν. 4951/2022, όπως ισχύει, με τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/943. Ειδικότερα, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον οι εθνικές ρυθμίσεις και οι πρακτικές εφαρμογής τους διασφαλίζουν την τήρηση των κανόνων αποζημίωσης που προβλέπει το άρθρο 13 παρ. 7 του Κανονισμού για τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.Υπό αυτό το πρίσμα, η μη καταβολή αποζημίωσης εγείρει ζητήματα συμμόρφωσης με το ενωσιακό δίκαιο και δεν μπορεί να θεωρείται αυτομάτως νόμιμη αποκλειστικά και μόνο επειδή προβλέπεται ή εφαρμόζεται στο πλαίσιο εθνικών ρυθμίσεων.
Στο ίδιο ευρύτερο πλαίσιο προβληματισμού εντάσσεται και το άρθρο 133 του ν. 5313/2026, το οποίο αφορά το καθεστώς λειτουργικής ενίσχυσης σταθμών ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ με Συμβάσεις Ενίσχυσης Διαφορικής Προσαύξησης (ΣΕΔΠ), με αναδρομική ισχύ από την 1η Ιουνίου 2026.
Η σχετική ρύθμιση αφορά την καταβολή λειτουργικής ενίσχυσης κατά τις περιόδους μηδενικών ή αρνητικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, με ειδικούς όρους για περιόδους αρνητικών τιμών που υπερβαίνουν τις δύο συνεχόμενες ώρες.
Η συγκεκριμένη μεταβολή πρέπει, ωστόσο, να διακρίνεται από το αυτοτελές ζήτημα της αποζημίωσης λόγω περικοπής παραγωγής. Η λειτουργική ενίσχυση και η αποζημίωση για ενέργεια που δεν εγχύθηκε στο δίκτυο αποτελούν διαφορετικά νομικά ζητήματα, τα οποία απαιτούν χωριστή αξιολόγηση βάσει των αντίστοιχων εφαρμοστέων διατάξεων.
Υπό το ανωτέρω πλαίσιο, οι παραγωγοί ΑΠΕ μπορούν να εξετάσουν, ανάλογα με τα πραγματικά και συμβατικά δεδομένα της επένδυσής τους:
- τη νομιμότητα και τη νομική αιτία των περικοπών που επιβλήθηκαν, λαμβάνοντας υπόψη τη νομική φύση της περικοπής, των όρων σύνδεσης και του καθεστώτος λειτουργίας του σταθμού,
- τη συμβατότητα της μη αποζημίωσης με το άρθρο 13 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/943,
- την ορθότητα του υπολογισμού τυχόν αποζημίωσης, με συνεκτίμηση των οικονομικών δεδομένων και του εφαρμοστέου καθεστώτος ενίσχυσης, και συνακόλουθα
- τις νομικές δυνατότητες προστασίας των δικαιωμάτων τους.
Συνοψίζοντας, η υπόθεση C‑36/25, το αποτέλεσμα της οποίας αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον, αναδεικνύει ένα κρίσιμο ερώτημα για την ελληνική αγορά: μέχρι ποιο σημείο μπορούν οι εθνικές ρυθμίσεις να περιορίζουν την αποζημίωση για περικοπές παραγωγής, όταν το ενωσιακό δίκαιο προβλέπει συγκεκριμένες εγγυήσεις για τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας;
Η δικηγορική μας εταιρεία παρέχει νομική υποστήριξη σε παραγωγούς ΑΠΕ για την αξιολόγηση πιθανών αξιώσεων αποζημίωσης λόγω περικοπών παραγωγής και την προσφυγή στη δικαιοσύνη, την εξέταση της συμβατότητας των εθνικών ρυθμίσεων με το ενωσιακό δίκαιο και τη διερεύνηση των κατάλληλων μέσων προστασίας με στόχο την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων τους.